25-29 Αυγούστου 1949
Στο τέλος του Αυγούστου του 1949, ο Εθνικός Στρατός έφερε σε πέρας τη στρατιωτική επιχείρηση που σήμανε το τέλος της τριετούς ένοπλης σύγκρουσης στη χώρα. Η επιχείρηση, με την κωδική ονομασία «Πυρσός Γ΄», ξεκίνησε τα ξημερώματα της 25ης Αυγούστου με στόχο την κατάληψη του τελευταίου σημαντικού προπυργίου των δυνάμεων των συμμοριτών στην οροσειρά του Γράμμου.
Η Επιχείρηση
Υπό τη διοίκηση του στρατηγού Θρασύβουλου Τσακαλώτου, με τον βασιλιά Παύλο παρόντα στο μέτωπο, ο Ελληνικός Στρατός ξεκίνησε την επίθεση έπειτα από προσεκτική προετοιμασία. Ήδη το μεσημέρι της πρώτης ημέρας είχε καταληφθεί το κρίσιμο ύψωμα Τσάρνο. Η κατάληψη του υψώματος 2520 από την 9η Μεραρχία οδήγησε ουσιαστικά στην κατάρρευση της άμυνας των ανταρτών. Έως τις 29 Αυγούστου, ο ΔΣΕ είχε ηττηθεί ολοκληρωτικά, με τις δυνάμεις του να υποχωρούν προς την Αλβανία.
Η νίκη είχε κόστος: 243 νεκροί και 1.452 τραυματίες στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού. Από την πλευρά των ανταρτών, περίπου 8.500-10.000 πέρασαν στην Αλβανία μαζί με 1.500 τραυματίες, αφήνοντας πίσω περίπου 1.000 νεκρούς και 994 αιχμαλώτους. Ανάμεσα σε όσους διέφυγαν ήταν και ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης.
Το Τέλος μιας Τριετίας
Οι αντάρτες που κατέφυγαν στην Αλβανία αφοπλίστηκαν σύντομα από το καθεστώς Χότζα και μεταφέρθηκαν στη συνέχεια με σοβιετικά πλοία σε άλλες κομμουνιστικές χώρες, κυρίως στη Σοβιετική Ένωση, στην περιοχή της Τασκένδης.
Η Θεσμική Ορολογία της Εποχής: «Συμμοριτοπόλεμος»
Η επίσημη ελληνική κρατική ορολογία, από το 1946 και για τέσσερις δεκαετίες, χαρακτήριζε τη σύγκρουση ως «συμμοριτοπόλεμο» και έτσι παραμένει ακόμη στη μνήμη του ελληνικού λαού. Οι ένοπλοι αντάρτες αναφέρονταν επίσημα ως «κομμουνιστοσυμμορίτες» (Κ/Σ). Αυτή ήταν η γλώσσα του ελληνικού κράτους, του Στρατού και της δημόσιας διοίκησης της εποχής, και παρέμεινε η επίσημη ορολογία μέχρι το 1989, όταν νομοθετική πρωτοβουλία υιοθέτησε τον όρο «εμφύλιος πόλεμος» στο πλαίσιο ευρύτερων μέτρων εθνικής συμφιλίωσης.
Σε διεθνές επίπεδο, η Ειδική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Βαλκάνια (UNSCOB) κατέληξε σε πόρισμά της στις 23 Μαΐου 1947 ότι η Γιουγκοσλαβία, και σε μικρότερο βαθμό η Αλβανία και η Βουλγαρία, υποστήριζαν τον «συμμοριακόν πόλεμον» στην Ελλάδα. Στις 21 Οκτωβρίου 1947 ακολούθησε ψήφισμα του ΟΗΕ που κάλεσε τις τρεις χώρες να διακόψουν αυτή τη βοήθεια.
Το Ζήτημα της Μακεδονίας και η Ξένη Υποστήριξη
Το ΚΚΕ είχε λάβει δημόσια θέση υπέρ αυτοδιάθεσης της ελληνικής Μακεδονίας — καταγεγραμμένη θέση που ανάγεται σε κομματικές αποφάσεις ήδη από τη δεκαετία του 1920 και επαναλήφθηκε σε διαφορετικές μορφές κατά την περίοδο του εμφυλίου, παράλληλα με την ίδρυση της «Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης» το 1947. Η θέση αυτή ευθυγραμμιζόταν με στόχους γειτονικών κομμουνιστικών ηγεσιών με τις δικές τους επιδιώξεις επί των ελληνικών εδαφών.
Ο ΔΣΕ δέχτηκε ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη από τη Γιουγκοσλαβία, και σε μικρότερο βαθμό από την Αλβανία και τη Βουλγαρία — υποστήριξη που κράτησε μέχρι τη ρήξη Τίτο-Στάλιν το 1948, οπότε ο Τίτο έκλεισε τα σύνορα στον ΔΣΕ, στερώντας του κρίσιμο καταφύγιο και ανεφοδιασμό.
Στη βάση αυτών των γεγονότων η αποδειχθείσα άποψη θεωρεί ότι η αποδοχή ξένης στρατιωτικής υποστήριξης από το ΚΚΕ, σε συνδυασμό με τη θέση του υπέρ αυτοδιάθεσης της ελληνικής Μακεδονίας, συνιστούσε ουσιαστικά προδοσία — συνειδητή υποταγή εθνικών συμφερόντων σε ξένο σχέδιο σοβιετοποίησης της περιοχής, με κόστος πιθανή απώλεια εδάφους. Υπό αυτό το πρίσμα, η επίσημη ορολογία «συμμοριτοπόλεμος» της εποχής αντανακλούσε ακριβώς αυτή την πραγματικότητα.
newsroom

Δημοσίευση σχολίου