ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ, με κανονιστικό–ερμηνευτικό χαρακτήρα. Το περιεχόμενο εντάσσεται ρητώς στο πλαίσιο συνταγματικής γνωμοδότησης, με εισαγωγική και καταληκτική γνωμοδοτική διατύπωση.
Ι. Αντικείμενο της γνωμοδότησης.
Η παρούσα συνταγματική γνωμοδότηση εξετάζει, υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών του ελληνικού Συντάγματος, δέσμη προτάσεων θεσμικής ανασυγκρότησης του πολιτεύματος, με σκοπό την αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας, την ενίσχυση της λογοδοσίας της κρατικής εξουσίας και τη ρητή θωράκιση των ατομικών δικαιωμάτων, έναντι αντισυνταγματικών μορφών γενικευμένης υποχρεωτικότητας. Η ανάλυση λαμβάνει χώρα χωρίς οποιασδήποτε προσβολής του Προοιμίου του Συντάγματος ή του καθεστώτος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας.
ΙΙ. Συνταγματική Ανασυγκρότηση του Πολιτεύματος και Θωράκιση της Λαϊκής Κυριαρχίας.
Η λειτουργία του ελληνικού πολιτεύματος, όπως αυτή εξελίχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, ανέδειξε σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ της τυπικής συνταγματικής πρόβλεψης και της ουσιαστικής δημοκρατικής πράξης. Η αποδυνάμωση της λαϊκής κυριαρχίας, η περιορισμένη λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας και η συρρίκνωση των ατομικών ελευθεριών μέσω κανονιστικών επιβολών καθιστούν επιτακτική την ανάγκη θεσμικής ανασύνταξης με αυστηρά συνταγματικούς όρους.
Πρώτον, η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από το εκλογικό σώμα συνιστά αναβάθμιση της δημοκρατικής νομιμοποίησης του ανώτατου πολιτειακού οργάνου. Η ρύθμιση αυτή δεν αλλοιώνει τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, αλλά ενισχύει τον ρυθμιστικό ρόλο του Προέδρου ως εγγυητή της συνταγματικής τάξης, της θεσμικής ισορροπίας και της εθνικής ενότητας.
Δεύτερον, η κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας ως μη λειτουργικής προστασίας και ιδίως του Άρθρου 86 του Συντάγματος περί ποινικής ευθύνης υπουργών συναποτελεί αναγκαία εφαρμογή της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου (άρθρο 4 Συντ.). Η διατήρηση ειδικών ποινικών προνομίων για μέλη της εκτελεστικής εξουσίας αντιστρατεύεται το κράτος δικαίου και υπονομεύει τη λαϊκή εμπιστοσύνη. Η υπαγωγή όλων ανεξαιρέτως των πολιτικών προσώπων στην τακτική Δικαιοσύνη συναποτελεί θεμελιώδη συνταγματική απαίτηση.
Τρίτον, ο περιορισμός του αριθμού των Υπουργείων (σε 15) και υφυπουργών, η οριστική κατάργηση του φαινομένου των μαζικών μετακλητών υπαλλήλων και γενικών γραμματέων, συνδέεται άμεσα με την αρχή της χρηστής διοίκησης και της αρχής της αναλογικότητας.
Το κράτος οφείλει να λειτουργεί με θεσμική λιτότητα, διοικητική σαφήνεια και αξιοκρατία, χωρίς πελατειακές δομές που αλλοιώνουν τη διάκριση των εξουσιών.
Τέταρτον, η θεσμοθέτηση διθάλαμου Κοινοβουλίου (Βουλή των 150 Βουλευτών και Γερουσία των 50) ενισχύει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και την ποιότητα της νομοθετικής διαδικασίας. Η Γερουσία, με ρόλο αναθεωρητικό, εγγυητικό και ελεγκτικό, λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο, αποτρέποντας τη νομοθετική αυθαιρεσία και την κανονιστική υπερπαραγωγή εις βάρος των συνταγματικών δικαιωμάτων.
Η αμοιβή των βουλευτών και γερουσιαστών δεν μπορεί να ξεπερνά κάθε φορά την αμοιβή του εκάστοτε Πρύτανη του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ομοίως, και η αμοιβή των Υπουργών και υφυπουργών, του πρωθυπουργού και του προέδρου της Δημοκρατίας. Οι πρόεδροι πρώην ΔΕΚΟ και ανεξάρτητων αρχών ομοίως δεν μπορούν να ξεπεράσουν την αμοιβή του εκάστοτε Πρύτανη του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πέμπτον, η κατοχύρωση των ουσιαστικών μηχανισμών της αρχαιοελληνικής άμεσης δημοκρατίας, όπως δεσμευτικά δημοψηφίσματα και θεσμοθετημένες λαϊκές συνελεύσεις, αποκαθιστά τη λαϊκή κυριαρχία ως θεμέλιο του Συντάγματος. Ο πολίτης ανακτά ενεργό ρόλο στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων, εντός πάντοτε του συνταγματικού πλαισίου. Η επιτροπή δεοντολογίας να λειτουργήσει θεσμικά και για την αξιολόγηση των καθηγητών των ΑΕΙ.
Έκτον, και καίριας σημασίας, είναι η ρητή συνταγματική θωράκιση της ατομικής ελευθερίας και της ανθρώπινης αξίας (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.) έναντι κάθε μορφής γενικευμένης ή έμμεσης υποχρεωτικότητας, ιδίως σε ζητήματα:
υποχρεωτικών ιατρικών πράξεων, σε επιδημίες ή πανδημίες, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεωτικών εμβολιασμών, της
επιβολής καθολικών συστημάτων ταυτοποίησης, όπως ο προσωπικός αριθμός,
ψηφιακών ή διοικητικών αποκλεισμών ως μέσων εξαναγκασμού.
Οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση οφείλει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας, της συναίνεσης και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 Συντ.), αποκλείοντας ρητώς κάθε καθεστώς ηλεκτρονικής σκλαβιάς, βιοπολιτικού ή διοικητικού εξαναγκασμού.
Όλες οι ανωτέρω συνταγματικές κατευθύνσεις δύνανται να υλοποιηθούν χωρίς καμία προσβολή του ιστορικού Προοιμίου του Συντάγματος και χωρίς μεταβολή του ιστορικά παγιωμένου καθεστώτος σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας και Αγίου Όρους, τα οποία συναποτελούν συστατικά στοιχεία της συνταγματικής ταυτότητας του νεοελληνικού κράτους.
Η συνταγματική αναθεώρηση δεν συνιστά πράξη ρήξης, αλλά πράξη ευθύνης. Μια δημοκρατία ισχυρή οφείλει να θωρακίζει τον πολίτη, να ελέγχει την εκάστοτε εξουσία και να προασπίζει την ατομική ελευθερία ως υπέρτατη συνταγματική αξία.
ΙΙΙ. Γνωμοδοτικό Συμπέρασμα
Κατόπιν των ανωτέρω, γνωμοδοτείται ότι το σύνολο των προτεινόμενων ρυθμίσεων είναι κατ’ αρχήν συνταγματικώς επιτρεπτό, θεμελιώνεται στις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, της ισονομίας, της αναλογικότητας και του κράτους δικαίου και δύναται να ενταχθεί σε αναθεωρητική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος, χωρίς πρόσθετου συνταγματικού πυρήνα, του Προοιμίου και των ιστορικών συστατικών θεμελίων σεβόμενοι τις θυσίες και το αίμα των προγόνων μας για την ίδρυση του ελληνικού κράτους.
Υπό του
Ακαδημαϊκού Αλέξιου Π. Παναγόπουλου (Phd Ν/Πολιτικών Επιστημών, Phd Βιοηθικής, Phd Θεολογίας. PostDoc’s των Νομικών, της Βιοηθικής, της Θεολογίας. Dr. Habil., του Δικαίου, - Διπλωματούχου Υφηγητή. Πτυχιούχου Ιστορίας/Φιλολογίας, Πτυχ. Θεολογίας, Πτυχ. Νομικής – δικηγόρος. Καθηγητής Νομικής Fpsp, & Ακαδημαϊκού EASA - Ευρώπης, MCA - Μόσχας των επτά Σλαβικών Κρατών, IEAI - Ινδίας) και συγγραφέας.
.Τηλ. 6948629530.

إرسال تعليق