Της Βάσως Τσάμη
Τα γεγονότα στο Zvërnec της Αλβανίας δεν αποτελούν ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Δεν είναι απλώς μια τοπική διαμάχη για μια επένδυση ή μια σύγκρουση μεταξύ διαδηλωτών και ιδιωτικής ασφάλειας. Είναι ένα ακόμη κεφάλαιο σε μια μακρά αλυσίδα πιέσεων, αμφισβητήσεων και παραβιάσεων δικαιωμάτων που βιώνουν επί δεκαετίες οι Βορειοηπειρώτες.
Οι εικόνες ενός Έλληνα ομογενούς να δέχεται βίαια χτυπήματα, να καταρρέει και να μεταφέρεται τραυματισμένος στο νοσοκομείο, δεν προσβάλλουν μόνο το αίσθημα δικαίου. Προσβάλλουν την ίδια την έννοια της ευρωπαϊκής νομιμότητας. Και ακόμη περισσότερο προσβάλλουν έναν λαό που συνεχίζει να ζει και να αγωνίζεται στις πατρογονικές του εστίες, παρά τις πιέσεις και τις δυσκολίες.
Το ερώτημα όμως δεν απευθύνεται μόνο στα Τίρανα.
Απευθύνεται και στην Αθήνα.
Για ακόμη μία φορά, η επίσημη ελληνική αντίδραση περιορίστηκε σε διπλωματικές διατυπώσεις, εκφράσεις «ανησυχίας» και αιτήματα για διερεύνηση των περιστατικών. Λόγια που έχουμε ακούσει αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Λόγια που δυστυχώς δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τη συστηματική συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου στη Βόρειο Ήπειρο.
Πόσες φορές πρέπει να επαναληφθούν παρόμοια περιστατικά για να αντιληφθεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό αλλά διαχρονικό;
Πόσες ακόμη καταγγελίες για περιουσίες που αμφισβητούνται, για διοικητικές αυθαιρεσίες, για εκφοβισμό κατοίκων και για παραβιάσεις δικαιωμάτων πρέπει να καταγραφούν μέχρι να υπάρξει μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό;
Η Βόρειος Ήπειρος δεν είναι μια υποσημείωση της εξωτερικής πολιτικής. Δεν είναι ένα ζήτημα που επανέρχεται μόνο όταν συμβαίνει κάποιο επεισόδιο. Είναι ιστορικό, εθνικό και ανθρωπιστικό θέμα.
Οι Βορειοηπειρώτες δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν όσα απολαμβάνει κάθε Ευρωπαίος πολίτης: σεβασμό της ιδιοκτησίας, προστασία της πολιτιστικής τους ταυτότητας, ίση μεταχείριση απέναντι στον νόμο και ασφάλεια στον τόπο τους.
Αντί όμως να ενισχύεται η παρουσία τους, αντί να προστατεύονται οι περιουσίες τους και να ενθαρρύνεται η παραμονή τους στις πατρογονικές εστίες, παρακολουθούμε διαρκώς μια πολιτική εγκατάλειψης. Μια πολιτική που περιορίζεται σε ανακοινώσεις κάθε φορά που ξεσπά μια κρίση και επιστρέφει στη σιωπή μόλις τα φώτα της δημοσιότητας σβήσουν.
Η ελληνική πολιτεία οφείλει να αναρωτηθεί: τι μήνυμα στέλνει στους ομογενείς όταν η αντίδρασή της εξαντλείται σε διπλωματικές διαμαρτυρίες; Πώς μπορούν οι Βορειοηπειρώτες να αισθανθούν ότι η μητέρα πατρίδα βρίσκεται πραγματικά δίπλα τους όταν βλέπουν τα προβλήματά τους να επανέρχονται χρόνο με τον χρόνο χωρίς ουσιαστική λύση;
Ασφαλώς, η ευθύνη για όσα συνέβησαν βαραίνει πρωτίστως τις αλβανικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να προστατεύουν όλους τους πολίτες τους και να εγγυώνται την εφαρμογή του κράτους δικαίου. Όμως η Ελλάδα δεν μπορεί να αρκείται στον ρόλο του παρατηρητή.
Η ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας περνά μέσα από τον απόλυτο σεβασμό των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας. Αυτό δεν μπορεί να αποτελεί απλή διατύπωση σε ανακοινώσεις του Υπουργείου Εξωτερικών. Πρέπει να αποτελεί σταθερή, αδιαπραγμάτευτη και έμπρακτη εθνική θέση.
Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου άντεξε διώξεις, καθεστώτα, απαγορεύσεις και ιστορικές ανατροπές. Δεν ζητά οίκτο. Ζητά δικαιοσύνη.
Και η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με δηλώσεις ανησυχίας.
Αποδεικνύεται με πράξεις.
Γιατί κάθε φορά που ένας Βορειοηπειρώτης αισθάνεται απροστάτευτος στον τόπο του, δεν δοκιμάζεται μόνο η αξιοπιστία της Αλβανίας. Δοκιμάζεται και η αξιοπιστία της ίδιας της Ελλάδας απέναντι σε ένα κομμάτι του Ελληνισμού που εδώ και δεκαετίες περιμένει κάτι περισσότερο από λόγια.

.png)
إرسال تعليق