pellain

ΚΟΤΕ ΧΡΙΣΤΟΦ Ή ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΗΣΤΟΥ (ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΤΤΑΣ): (Α' ΜΕΡΟΣ) Ένας από τους σημαντικότερους Μακεδονομάχους (και ίσως ο πρώτος) ήταν ο καπετάν Κώττας

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η Μακεδονία έγινε θέατρο βίαιων εθνοτικών συγκρούσεων, καθώς οι Βούλγαροι άργησαν να αφυπνιστούν εθνικά και με τη στήριξη της Ρωσίας επιχείρησαν να δημιουργήσουν τη «Μεγάλη Βουλγαρία»
Μόλις το 1762 ο Βούλγαρος μοναχός Παΐσιος έγραψε τη «Σλαβοβουλγαρικήν Ιστορία περί των Βουλγαρικών λαών, βασιλέων και αγίων»
Σε αυτήν καλούσε τους ομοεθνείς του να είναι περήφανοι για την καταγωγή τους και να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους
Από τότε γράφτηκαν πολλά ανάλογα έργα από Βούλγαρους
Όμως, η μεγάλη ώθηση στο βουλγαρικό ζήτημα δόθηκε από το πανσλαβιστικό κίνημα που ξεκίνησε από τη Ρωσία
Πίσω από τον «ευγενή σκοπό» της απελευθέρωσης των αδελφών σλαβικών λαών από την Αυστροουγγαρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την ίδρυση μιας ομοσπονδίας με συμμετοχή Ελλήνων, Ρουμάνων, Ούγγρων και Βουλγάρων κρυβόταν η πάγια πρόθεση της Ρωσίας να «κατεβεί» στο Αιγαίο
Από το 1840 οι Βούλγαροι άρχισαν να πιέζουν για μια σειρά από ζητήματα το Οικουμενικό Πατριαρχείο
Αρχικά ζητούσαν την καθιέρωση της βουλγαρικής γλώσσας στη Θεία Λειτουργία
Από το 1857 όμως με την έκδοση του Χάτι Χουμαγιούν (μουσουλμανικού διατάγματος που υποσχόταν ισοπολιτεία σε όλους τους υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), οι Βούλγαροι άρχισαν να ζητούν ανοιχτά την ίδρυση δικού τους Πατριαρχείου
Το 1867, ένας φωτισμένος Πατριάρχης, ο Γρηγόριος ΣΤ’, πρότεινε μια συμβιβαστική λύση
Η προσπάθεια αυτή τορπιλίστηκε από τους Τούρκους
Το 1870, με σουλτανικό φιρμάνι και ερήμην του Οικουμενικού Πατριαρχείου ιδρύθηκε η αυτόνομη βουλγαρική Εκκλησία, η Εξαρχία
Φυσικά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αναγνώρισε την Εξαρχία και με Σύνοδο που έλαβε χώρα δύο χρόνια αργότερα κήρυξε τη Βουλγαρική Εκκλησία σχισματική
Το 1875-76 καταπνίγηκαν βίαια επαναστάσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Βουλγαρία
Το 1877 ξεκίνησε πόλεμος ανάμεσα σε Ρωσία και Οθωμανική Αυτοκρατορία
Λίγο πριν οι Ρώσοι φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη, οι Τούρκοι υποχρεώθηκαν να υπογράψουν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), που προέβλεπε την ίδρυση της «Μεγάλης Βουλγαρίας»
Αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων και στο Συνέδριο του Βερολίνου λίγους μήνες αργότερα αποφασίστηκε η δημιουργία μιας αυτόνομης Βουλγαρικής Ηγεμονίας, μεταξύ Δούναβη και Αίμου, αλλά και μιας δεύτερης ηγεμονίας (την Ανατολική Ρωμυλία) μεταξύ Αίμου και Ροδόπης
Την ηγεμονία αυτή την ενσωμάτωσαν πραξικοπηματικά οι Βούλγαροι το 1885 σε βάρος των Ελλήνων
Στη συνέχεια επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στη Μακεδονία
Οι ανταγωνισμοί στη Μακεδονία προϋπήρχαν, η κρίσιμη καμπή όμως για την αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού ήταν το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου το 1856
Η Ρωσία, ηττημένη στρατιωτικά και διπλωματικά, επιδίωξε την επέκταση της ισχύος της και κινήθηκε υπέρ των Βουλγάρων, βοηθώντας στον εκσλαβισμό της Μακεδονίας
Η χρήση της γλώσσας αποτελούσε διαχωριστικό στοιχείο των χριστιανών
Ξέσπασαν προστριβές των Βούλγαρων επισκόπων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τις οποίες υποδαυλίζε και η Πύλη με την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε»
Μετά από μια δεκαετία έντονων διενέξεων επήλθε τελικά «σχίσμα» το 1870
Δημιουργήθηκε αυτοκέφαλη βουλγαρική εκκλησία, η Εξαρχία, στη βορειότερη γεωγραφική ζώνη της Μακεδονίας
Θεσμοθετήθηκε όμως με σχετικό φιρμάνι η δυνατότητα να υπαχθούν στην Εξαρχία και άλλες περιοχές της Μακεδονίας, εφόσον το επιθυμούσε η ολότητα ή τα δύο τρίτα του πληθυσμού
Αυτό υποβοήθησε ακόμη παραπάνω τους εθνικούς ανταγωνισμούς, ώστε πλέον ο πληθυσμός να χωρίζεται σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς
Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, το οποίο σπάνια αναφέρεται είναι οι «γλωσσικές ζώνες» της Μακεδονίας
Αυτές, στα τέλη του 19ου αιώνα, ήταν τρεις:
- Η «νότια ζώνη»: νότια της νοητής γραμμής που ένωνε τη Δράμα, τις Σέρρες, τον Λαγκαδά, τη Νάουσα και την Καστοριά
Εκεί επικρατούσαν ελληνόφωνοι χριστιανικοί πληθυσμοί
- Στη βόρεια ζώνη βόρεια της «γραμμής» που ένωνε το Νευροκόπι, το Μελένοικο, τη Στρώμνιτσα και το Μοναστήρι επικρατούσαν οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί
- Στην ενδιάμεση ζώνη συμβίωναν σλαβόφωνοι, ελληνόφωνοι και βλαχόφωνοι πληθυσμοί
Οι σλαβόφωνοι μιλούσαν ένα σλαβικό ιδίωμα με πλήθος από ελληνικές, τουρκικές, κουτσοβλάχικες και αλβανικές λέξεις
Τη γλωσσική συγγένεια ήθελαν να εκμεταλλευτούν οι Βούλγαροι και άρχισαν να ιδρύουν εθνικιστικές οργάνωσης (κομιτάτα) για αλυτρωτικούς σκοπούς
Οι περιστάσεις πλέον για τον Ελληνισμό της Μακεδονίας ήταν πολύ κρίσιμες
Το 1863 (ή το 1860 σύμφωνα με άλλες πηγές) στο χωριό Ρούλια (σήμερα Κώττας) των Άνω Κορεστείων, ιστορικής περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας, γεννήθηκε ο Κονσταντίν (Κότε) Χρίστωφ, το οποίο αργότερα εξελλήνισε σε Κωνσταντίνος (Κώστας/Κώττας) Χρήστου
Η περιοχή των Κορεστείων είναι ορεινή και βρίσκεται στον δρόμο που συνδέει τη Φλώρινα με την Καστοριά
Η οικογένειά του, που έφερε το επώνυμο Ρουσάνης, ήταν από τις παλαιότερες του χωριού και ήταν σλαβόφωνη (ο ίδιος ήταν και αλβανόφωνος)
Τα μέλη της γνώριζαν λίγα ελληνικά
Ο Κώττας πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Ρούλια και χαρακτηριζόταν από τότε ως τολμηρός, επαναστατικός και ριψοκίνδυνος
Δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τα γράμματα, αλλά αναγκάστηκε για λόγους βιοποριστικούς να μάθει με μεγάλη επιμονή, ανάγνωση και γραφή
Μετά τον θάνατο του πατέρα του Χρήστου, κρατούσε μόνος του τα βιβλία του οικογενειακού παντοπωλείου
Αργότερα άσκησε το επάγγελμα του αγωγιάτη και εξαιτίας αυτού ταξίδευε για αρκετά χρόνια στη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, φθάνοντας ως και τη Σερβία
Ο Κώττας εργάστηκε ως γεωργός, παντοπώλης, υποδηματοποιός, κηροπλάστης και πανδοχέας
Ήταν δεινός κυνηγός και σπουδαίος σκοπευτής
Διακρινόταν για τη θερμή χριστιανική του πίστη και τα φιλάνθρωπα αισθήματά του
Κοντά στη Μονή Αγίας Τριάδος Πισοδερίου είχε χτίσει έναν ξενώνα, για να ξεκουράζονται οι συγχωριανοί του όταν πήγαιναν στο μοναστήρι
Αργότερα, όταν ο Κώττας έγινε οπλαρχηγός, πήγαινε στη μονή μετά από κάθε επιτυχημένη του ενέργεια, για να προσκυνήσει και να ευχαριστήσει τον Θεό
Η Ρούλια βρισκόταν αρχικά στην παλαιά οδική αρτηρία Φλώρινα-Κορυτσάς και η θέση της την είχε καταστήσει εύκολο στόχο σε οθωμανικά στρατεύματα και άτακτες ένοπλες δυνάμεις.
Σε ηλικία 20 ετών ο Κώττας κατατάχθηκε σε ένα σώμα πολιτοφυλακής, το οποίο είχε σκοπό την πάταξη της ληστείας
Στα 33 του έγινε για λίγο καιρό πρόεδρος (μουχτάρης) του χωριού του, αλλά στις αρχές του 1897 εγκατέλειψε το χωριό του και βγήκε στα βουνά αντάρτης
Αρχισε να καταδιώκει οθωμανούς άρχοντες και δικαστές κι έδωσε αρκετές μάχες εναντίον οθωμανικών στρατευμάτων, ακολουθώντας τους παλαίμαχους οπλαρχηγούς Στέφο Νταλίπη και Γεώργιο Δούκα (Νταβέλη)
Περιφερόταν στις περιοχές των Πρεσπών και της Φλώρινας καταδιώκοντας Τούρκους και Τουρκαλβανούς μπέηδες, που καταδυνάστευαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς ΄
Ετσι του απέδωσαν το προσωνύμιο "Ο Αετός των Κορεστίων"
Μεγάλος βραχνάς για τους κατοίκους της περιοχής εκείνα τα χρόνια ήταν οι Τουρκαλβανοί μπέηδες και αγάδες
Εκτός από το ότι εισέπρατταν τον φόρο της δεκάτης, εξευτέλιζαν τους χωρικούς
Για παράδειγμα, αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να αφιππεύουν και να χαιρετούν με δουλοπρέπεια κάθε φορά που θα συναντούσαν τους μπέηδες στον δρόμο
Επίσης έπρεπε να φιλοξενούν αυτούς και τη συνοδεία τους
Οι μπέηδες δε σέβονταν τίποτα
Κατέλυαν στα σπίτια όπου έμεναν όμορφες γυναίκες, τις οποίες συνήθως βίαζαν
Το 1896, όταν ο Κώττας ήταν πρόεδρος του χωριού του, ένα τουρκικό απόσπασμα αγόρασε διάφορα πράγματα από τη Ρούλια χωρίς να πληρώσει
Ο Κώττας ως πρόεδρος διαμαρτυρήθηκε
Ξυλοκοπήθηκε άγρια, αλλά δεν πτοήθηκε
Την επόμενη μέρα πήγε στην Καστοριά, κατήγγειλε τον αξιωματικό και κατάφερε να πάρει τα οφειλόμενα χρήματα
Θανάσιμος εχθρός του Κώττα ήταν ο Τουρκαλβανός Κασίμ μπέης, από την Καπεστίτσα, που είχε ένα μεγάλο τσιφλίκι στον κάμπο της Φλώρινας
Παράλληλα είχε ένα χάνι κι έναν νερόμυλο στη Ρούλια
Η πρόθεση του Κώττα ν’ ανοίξει κι άλλο χάνι και η διαφωνία τους για τα νερά που τροφοδοτούσαν τον μύλο, τους έφερε σε σύγκρουση
Ο Κώττας μαζί με τον Παύλο Κύρου από το Ζέλοβο (σήμερα Ανταρτικό) έστησαν ενέδρα στο Πισοδέρι και σκότωσαν τον Κασίμ (1897)
Παριστάνοντας τον αθώο πήγε στη Φλώρινα και επιβιβάστηκε σε ένα τρένο, με προορισμό δήθεν το εξωτερικό
Κατέβηκε όμως κρυφά και επέστρεψε στα Κορέστεια, όπου συγκρότησε ανταρτικό σώμα και ξεκίνησε να εξολοθρεύει τους Τουρκαλβανούς τύραννους
Αυτοί ήταν πάρα πολλοί
Ανάμεσά τους, θύματα του Κώττα ήταν ο Αλμπεντίν μπέης, από την Καστοριά, ο Νουρή καπετάν μπέης από τη Φλώρινα και ο Τζεμάλ μπέης από την Κορυτσά
Ένας ακόμα που σκότωσε ο Κώττας ήταν και ο Ταΐρ αγάς, στυγνός φοροεισπράκτορας της Καστοριάς
Τον Σεπτέμβριο του 1899, ο Ταΐρ αγάς έφτασε με τους σωματοφύλακές του στην Ποσδιβίστα (Χαλάρα) και κατέλυσε στο σπίτι του προέδρου του χωριού
Κατά τη διάρκεια του φαγητού ζήτησε από τον τελευταίο να του φέρει τις δύο νύφες του, καθώς γνώριζε ότι οι γιοι του έλειπαν στο εξωτερικό
Απελπισμένος ο πρόεδρος πήγε στον Κώττα
Ξαφνικά, ο Ταΐρ αντί για τις δύο νύφες του μουχτάρη είδε το ένοπλο σώμα του Κώττα, που μαζί με τους άνδρες του συνέλαβαν τους Τουρκαλβανούς και τους πέταξαν ζωντανούς σ’ ένα βάραθρο
Άλλο σπουδαίο κατόρθωμα του Κώττα ήταν η εκτέλεση τριών ανηλεών αγάδων
Οι κάτοικοι του χωριού Μπούφι (Ακρίτας σήμερα), αγανακτισμένοι από τη συμπεριφορά τους, ζήτησαν από τον Κώττα να τους απαλλάξει από την παρουσία τους
Πραγματικά, ο Κώττας με τους άνδρες του το Πάσχα του 1900 έστησε ενέδρα στους αγάδες
Είχαν πάει στο Μπούφι, μάζεψαν τον φόρο της δεκάτης και άλλα λάφυρα και επέστρεφαν στο χωριό τους
Ο Κώττας με τους άνδρες του τους εκτέλεσαν
Πλέον το όνομά του είχε γίνει θρύλος στην περιοχή
Ακόμα και στα αλβανικά γράφονταν τραγούδια γι’ αυτόν, καθώς ποτέ δεν έκανε κακό στους απλούς χωρικούς
Τη δεκαετία του 1890 όμως άρχισαν να δρομολογούνται κι άλλες εξελίξεις
Το 1893 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ)
Ηγέτες της ήταν οι Γκρούεφ (δάσκαλος) και Τατάρτσεφ (γιατρός)
Το 1895 ιδρύθηκε στη Σοφία το Κομιτάτο των βερχοβιστών
Οι δύο οργανώσεις, συχνά συγκρούονταν
Η ΕΜΕΟ αρχικά είχε μεγαλύτερη επιρροή
Με το σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες» ευαγγελιζόταν ότι όλοι οι λαοί της θα ήταν ίσοι μεταξύ τους και θα υπήρχε ανεξιθρησκεία
Το 1895 άρχισαν να μπαίνουν στη Μακεδονία ένοπλα σώματα από τη Βουλγαρία
Βούλγαροι εξαρχικοί εκτός των συνόρων του βουλγαρικού κράτους, όπως αναγνωρίστηκαν από την συνθήκη του Βερολίνου το 1878
Με τη συνθήκη του Βερολίνου, που τροποποίησε τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η ευρύτερη Μακεδονία, Θράκη και Ήπειρος, δηλαδή τα βιλαέτια Ιωαννίνων, Σκόδρας (βόρεια Αλβανία), Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης και Αδριανουπόλεως ανήκαν στην δικαιοδοσία του οικουμενικού Πατριαρχείου
Το βιλαέτι του Κοσόβου με πρωτεύουσα τα Σκόπια ανήκε στη δικαιοδοσία του σερβικού Πατριαρχείου
Επομένως, οι Βούλγαροι εξαρχικοί μπαίνοντας στη Μακεδονία ουσιαστικά παραβίαζαν την συνθήκη του Βερολίνου
Μετά την ελληνική ήττα στον πόλεμο του 1897, τα βουλγαρικά αυτά σώματα άρχισαν να πληθαίνουν
Σκοπός τους ήταν η συγκρότηση επαναστατικών επιτροπών και ένοπλων ομάδων στα χωριά
Οι άνδρες των σωμάτων και των επιτροπών ήταν οι διαβόητοι κομιτατζήδες
Σύντομα αυτοί κατάλαβαν ότι χρειάζονταν τη βοήθεια των ντόπιων οπλαρχηγών
Έτσι στράφηκαν στον καπετάν Κώττα, ο οποίος όντας φανατικός εχθρός της τουρκικής εξουσίας συντάχθηκε μαζί τους
Το 1900 ιδρύθηκε νέο σώμα, με επικεφαλής τα ηγετικά στελέχη της ΕΜΕΟ στην Καστοριά Πάβελ Χριστόφ και Κούζο Στεφάν
Στο ίδιο σώμα εντάχθηκε και ο Μήτρο Βλάχος, ένας από τους πιο επικίνδυνους κομιτατζήδες όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια
Σύντομα φάνηκε το πραγματικό πρόσωπο των κομιτατζήδων
Επιτάξεις αγαθών, απειλές και βιαιοπραγίες
Οι χωρικοί, ιδιαίτερα οι πατριαρχικοί, τούς αντιμετώπισαν με δυσπιστία λόγω του φιλοβουλγαρισμού τους
Μάλιστα, κάποιοι χωρικοί έγιναν πληροφοριοδότες των Τούρκων
Οι κομιτατζήδες άρχισαν να δολοφονούν πατριαρχικούς δασκάλους, ιερείς και προέδρους χωριών
Οι ξένοι πρόξενοι έκαναν λόγο για εκατόμβες θυμάτων
Οι κομιτατζήδες έλεγαν ότι οι χωρικοί ήταν «τουρκόφιλοι» και «γραικομάνοι» (σλαβόφωνοι με ελληνική εθνική συνείδηση)
Επίσης διέταξαν όλα τα χωριά να έχουν από έναν Βούλγαρο δάσκαλο και έναν εξαρχικό ιερέα
Ο Κώττας διαφώνησε
Πίστευε ότι πρέπει πρώτα να σκοτώσουν την «Αρκούδα» (Οθωμανική Αυτοκρατορία) και μετά να μοιράσουν το τομάρι
Πίστευε επίσης στην ισότητα των λαών και την ανεξιθρησκεία
Είχε αρχίσει να αντιπαθεί τα στελέχη της ΕΜΕΟ και να αποστασιοποιείται από αυτήν
Θεωρούσε τους νεαρούς που κατά κανόνα την απάρτιζαν αφελείς και θεωρητικολόγους
Κι αυτοί με τη σειρά τους τον θεωρούσαν απομεινάρι του παρελθόντος και υπερβολικά ανεξάρτητο
Όταν μάλιστα τού ζήτησαν να σκοτώσει έναν πατριαρχικό και αυτός αρνήθηκε, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν
Προσποιήθηκαν ότι έπρεπε να μεταβεί στην Καρατζόβα (Αριδαία) για αποστολή
Στον δρόμο μεταξύ Μπανίτσας (σήμερα Κέλλη) και Γκορνιτσόβου (σήμερα Βεύη) τον Οκτώβριο του 1900, δύο σύντροφοί του τον πυροβόλησαν πισώπλατα και τον τραυμάτισαν σοβαρά στην ωμοπλάτη
Αιμόφυρτος ο Κώττας κατάφερε να επιστρέψει στα Κορέστεια
Η ΕΜΕΟ αρνήθηκε κάθε εμπλοκή με την απόπειρα και την απέδωσε στον κομιτατζή Τάνε που τάχα πυροβόλησε τον Κώττα, ισχυριζόμενη ότι είχαν προσωπικές διαφορές
Παράλληλα, λόγω της πρόσκαιρης απουσίας του Κώττα από την ενεργό δράση, συγκρότησε νέο σώμα στα Κορέστεια υπό τον Ατανάς Πετρόφ
Ο Κώττας κατάφερε να αναρρώσει σε τρεις μήνες
Συγκρότησε νέα ομάδα από τέσσερις έμπιστούς του
Όταν τον Γενάρη του 1901 πληροφορήθηκε ότι ο Πετρόφ με τριπλάσια δύναμη από τη δική του βρισκόταν στο Νεστράμι (Νεστόριο), κινήθηκε εναντίον τους μέσα στη νύχτα και τους εγκλώβισε σε ένα σπίτι
Σώθηκαν χάρη στην ξαφνική εμφάνιση ενός τουρκικού αποσπάσματος
Η ΕΜΕΟ διόρισε αντικαταστάτη του Πετρόφ, απογοητευμένη από αυτόν
Ο Πάντο Κλιάσεφ, δάσκαλος στο Σμαρδέσι, ανώτερο στέλεχος της ΕΜΕΟ ανέλαβε να εξοντώσει τον Κώττα
Τον κάλεσε σε σύσκεψη στο Μεσοχώρι
Ο Κώττας κατάλαβε την παγίδα και δεν πήγε
Έγιναν κι άλλες απόπειρες δολοφονίας του Κώττα από την ΕΜΕΟ, χωρίς αποτέλεσμα
Οι σχέσεις των δύο πλευρών είχαν διαρραγεί και ο Ελληνισμός της Μακεδονίας θα μπορούσε να ελπίζει βάσιμα πλέον στη βοήθεια του καπετάν Κώττα
Φωτό: Ο καπετάν Κώττας με τη σύζυγό του Ζωή Σφέτκου, με την οποία απέκτησε οκτώ παιδιά
Μόνη της μεγάλωσε τα παιδιά της
Σημειωτέον ότι όλα τα παιδιά του Κώττα τα σπούδασε το ελληνικό Κράτος


Post a Comment

أحدث أقدم