pellain

«Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί» – Ο Μπόλαρης, η «προδοσία» και η μνήμη των Πρεσπών


Σωστά ζητείται η επιστροφή όλων των κειμηλίων που αφαιρέθηκαν από τη Βόρεια Ελλάδα. Όταν όμως το μάθημα περί εθνικών υποχωρήσεων προέρχεται από έναν άνθρωπο που υπερασπίστηκε τη Συμφωνία των Πρεσπών, η πολιτική μνήμη γίνεται αναπόφευκτα μέρος της συζήτησης.

Υπάρχει μια παλιά λαϊκή κουβέντα που λέει πως «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί». Στην περίπτωση του Μάρκου Μπόλαρη και όσων είπε για τη συμφωνία Ελλάδας–Βουλγαρίας σχετικά με τα κειμήλια, δύσκολα μπορεί κανείς να μην τη θυμηθεί.

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από εκεί που ο πρώην βουλευτής Σερρών έχει κάθε δικαίωμα να θέτει ερωτήματα.

Τα 48 κειμήλια που επιστρέφουν από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα είναι ένα μόνο μέρος όσων αφαιρέθηκαν από μονές, ναούς και εκκλησιαστικές συλλογές της Βόρειας Ελλάδας κατά τις βουλγαρικές κατοχές. Η ίδια η κυβέρνηση αναφέρει ότι μετά τη σημερινή συμφωνία θα ακολουθήσουν διαπραγματεύσεις και για άλλα ιστορικά αντικείμενα.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση.

Ασφαλώς και πρέπει να επιστραφούν τα 48. Όπως πρέπει να επιστραφούν και όλα τα υπόλοιπα που αφαιρέθηκαν από την Ελλάδα.

Το ερώτημα είναι γιατί χρειάστηκε να μπει στο τραπέζι μια ανταλλαγή, με την Ελλάδα να παραδίδει στη Βουλγαρία τα λείψανα που αποδίδονται στον Τσάρο Σαμουήλ και το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τις τέσσερις σαρκοφάγους του Αγίου Αχιλλείου, για να πάρει πίσω ένα μέρος των δικών της κειμηλίων. Αυτό ακριβώς προβλέπει η συμφωνία που ανακοινώθηκε.

Ο Μπόλαρης υποστηρίζει ότι εδώ υπάρχει σοβαρό ζήτημα Διεθνούς Δικαίου και επικαλείται τη Συνθήκη του Νεϊγύ. Η άποψή του δεν μπορεί να απορριφθεί επειδή απλώς προέρχεται από πολιτικό αντίπαλο της σημερινής κυβέρνησης. Πρέπει να απαντηθεί επί της ουσίας.

Άλλωστε, ανάλογη ένσταση διατυπώνει πλέον και ο Αντώνης Σαμαράς. Ο πρώην πρωθυπουργός μίλησε για μόλις 48 από τα «χιλιάδες» ελληνικά κειμήλια και υπενθύμισε ότι επί δικής του πρωθυπουργίας η ελληνική θέση ήταν η επιστροφή των κλαπέντων και όχι η ανταλλαγή τους με τα οστά του Σαμουήλ.

Μέχρι εδώ, λοιπόν, ο Μπόλαρης θέτει ένα ερώτημα που αξίζει απάντηση.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συζήτηση φτάνει στην «προδοσία».

Γιατί εκεί υπάρχει ένα παρελθόν που δεν σβήνει.

Ο Μάρκος Μπόλαρης δεν ήταν ένας απλός πολίτης όταν υπογραφόταν και κυρωνόταν η Συμφωνία των Πρεσπών. Ήταν κυβερνητικό στέλεχος και υφυπουργός Εξωτερικών. Και τη συμφωνία εκείνη την υπερασπίστηκε δημόσια και από το βήμα της Βουλής.

Την ίδια ώρα, έξω από τη Βουλή συνέβαινε κάτι που επίσης δεν διαγράφεται από την ιστορία.

Η Ελλάδα διαδήλωνε.

Όχι μία φορά και όχι σε μία μόνο πόλη. Πραγματοποιήθηκαν επανειλημμένα συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις, με κορυφαίες τις τεράστιες συγκεντρώσεις στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Χιλιάδες πολίτες κατέβαιναν στους δρόμους, κρατούσαν ελληνικές σημαίες και φώναζαν για τη Μακεδονία. Πολλοί από αυτούς, όπως και πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης, χαρακτήριζαν τότε τη Συμφωνία των Πρεσπών «προδοτική».

Και δεν επρόκειτο μόνο για κομματική αντιπαράθεση.

Στην πρώτη γραμμή εκείνης της αντίδρασης βρέθηκαν άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, άνθρωποι που δύσκολα μπορούσε κανείς να εντάξει κάτω από μία κομματική ταμπέλα.

Ανάμεσά τους ένας Μίκης Θεοδωράκης.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2018, σε προχωρημένη ηλικία, ο Θεοδωράκης ανέβηκε στην εξέδρα του Συντάγματος και μίλησε στο μεγάλο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία. Υπερασπίστηκε το δικαίωμα των πολιτών να εκφράσουν την αντίθεσή τους και ξεκαθάρισε ότι θεωρούσε την υπεράσπιση των δικαίων της πατρίδας πατριωτισμό και όχι εθνικισμό.

Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι κομμάτι της πολιτικής ιστορίας της χώρας.

Και κάπου εδώ προκύπτει το αυτονόητο ερώτημα:

Πού βρισκόταν τότε αυτή η ευαισθησία που εμφανίζεται σήμερα;

Γιατί είναι εύκολο να μιλά κανείς για εθνικές υποχωρήσεις όταν τις αποφάσεις τις παίρνουν οι άλλοι. Πολύ δυσκολότερο είναι να εφαρμόζει το ίδιο μέτρο όταν ο ίδιος βρίσκεται στην κυβέρνηση.

Κανείς δεν ζητά από τον Μάρκο Μπόλαρη να σωπάσει σήμερα. Το αντίθετο. Αν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα μπορούσε να απαιτήσει την επιστροφή των κειμηλίων χωρίς ανταλλάγματα, να παρουσιαστούν και να απαιτηθούν εξηγήσεις από την κυβέρνηση.

Και αν χιλιάδες ακόμη ελληνικά κειμήλια παραμένουν στη Βουλγαρία, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει τη διεκδίκησή τους. Τα 48 δεν μπορούν να αποτελέσουν άλλοθι για να κλείσει ένας ιστορικός λογαριασμός που παραμένει ανοιχτός.

Όμως άλλο αυτό και άλλο να μοιράζονται σήμερα πιστοποιητικά πατριωτισμού και να επιστρατεύεται η βαριά λέξη «προδοσία», σαν να μην προηγήθηκε τίποτε.

Η πολιτική μνήμη δεν είναι διακόπτης. Δεν την ανοίγουμε όταν μας συμφέρει και δεν την κλείνουμε όταν μας ενοχλεί.

Όποιος σήμερα θέλει να μιλήσει για «προδοσίες», για εθνικές υποχωρήσεις και για ιστορικές ευθύνες, πρέπει να είναι έτοιμος να συζητήσει και τις δικές του.

Και οι Πρέσπες είναι ακόμη πολύ κοντά για να ξεχαστούν.

Γι' αυτό, στην προκειμένη περίπτωση, η λαϊκή σοφία μάλλον έχει ήδη γράψει τον καλύτερο επίλογο:

Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί.


newsroom

pellain.com

Post a Comment

أحدث أقدم