Την ώρα που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεχίζουν να διαθέτουν δισεκατομμύρια ευρώ για τη στήριξη της Ουκρανίας, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει την ενεργειακή πολιτική με γνώμονα τα αμερικανικά συμφέροντα. Οι πληροφορίες για χαλάρωση περιορισμών στις συναλλαγές ρωσικού ντίζελ επαναφέρουν ένα ενοχλητικό ερώτημα για τις Βρυξέλλες: Πόσο ακόμη θα πληρώνει η Ευρώπη το κόστος ενός πολέμου χωρίς σαφή διπλωματική διέξοδο;
Το ρωσικό ντίζελ και η αμερικανική στροφή
Η συζήτηση για την άρση συγκεκριμένων αμερικανικών περιορισμών στις συναλλαγές ρωσικού ντίζελ φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις αντιφάσεις της δυτικής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα.
Για χρόνια, οι κυρώσεις παρουσιάζονταν ως βασικό εργαλείο οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε σε περιορισμούς στις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων, αναζητώντας εναλλακτικούς προμηθευτές και αναλαμβάνοντας το αντίστοιχο οικονομικό κόστος.
Η αμερικανική πλευρά, ωστόσο, έχει διαφορετικές ενεργειακές ανάγκες και διαφορετικά περιθώρια κινήσεων. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα καταστήσει σαφές ότι προτεραιότητά του είναι η αμερικανική οικονομία, το κόστος των καυσίμων και η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Εάν η Ουάσιγκτον προχωρήσει σε ουσιαστική χαλάρωση των περιορισμών για το ρωσικό ντίζελ, θα πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Οι κυρώσεις που εμφανίζονται ως αδιαπραγμάτευτη αρχή για την Ευρώπη μπορούν, για την Ουάσιγκτον, να αποτελέσουν αντικείμενο επανεξέτασης όταν το απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα.
Η Ευρώπη πληρώνει και οι άλλοι διαπραγματεύονται
Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα για τις κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν ήδη επιβαρυνθεί από την ενεργειακή κρίση, τις ανατιμήσεις και τις συνέπειες της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, η Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη της συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την Ουκρανία με τεράστια ποσά, τόσο για την οικονομική λειτουργία του ουκρανικού κράτους όσο και για τη στρατιωτική του υποστήριξη.
Και ενώ οι Βρυξέλλες επιμένουν στη συνέχιση αυτής της πολιτικής, η Ουάσιγκτον διατηρεί τη δυνατότητα να προσαρμόζει τη στάση της σύμφωνα με τις δικές της προτεραιότητες.
Με απλά λόγια, οι Αμερικανοί διαπραγματεύονται και οι Ευρωπαίοι κινδυνεύουν να μείνουν, για ακόμη μία φορά, με τον λογαριασμό στο χέρι.
Το ερώτημα είναι πλέον πολιτικό και όχι μόνο οικονομικό: Ποιος αποφασίζει για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας και ποιος πληρώνει το κόστος αυτών των αποφάσεων;
Δισεκατομμύρια στην Ουκρανία – Πού βρίσκεται το όριο;
Η συνεχιζόμενη χρηματοδότηση της Ουκρανίας απαιτεί μια σοβαρή και ειλικρινή επανεξέταση.
Δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαθέτει επ' αόριστον τεράστια ποσά χωρίς να παρουσιάζει στους πολίτες της ένα σαφές σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου και τη διαμόρφωση μιας βιώσιμης ειρηνευτικής συμφωνίας.
Τα χρήματα αυτά προέρχονται από ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς και δημόσιους πόρους, την ώρα που πολλές κοινωνίες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στο κόστος ζωής, στη στέγαση, στην υγεία, στην αγροτική παραγωγή και στις υποδομές.
Η υποστήριξη της Ουκρανίας έχει τους δικούς της λόγους ασφάλειας και διεθνούς δικαίου. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις από την υποχρέωση να αποδεικνύουν ότι η πολιτική τους είναι αποτελεσματική, οικονομικά βιώσιμη και συνδεδεμένη με ρεαλιστικούς στόχους.
Η συνέχιση της χρηματοδότησης δεν πρέπει να θεωρείται αυτοσκοπός. Η Ευρώπη οφείλει να εξετάσει ακόμη και την αναστολή νέων οικονομικών δεσμεύσεων, εφόσον αυτές δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένη στρατηγική για την ειρήνη.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος τα ευρωπαϊκά δισεκατομμύρια να καταλήγουν σε μια σύγκρουση χωρίς ορατό τέλος.
Ο Ζελένσκι και η πραγματικότητα των μεγάλων δυνάμεων
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη πολιτική πραγματικότητα.
Ο Ουκρανός πρόεδρος έχει στηρίξει μεγάλο μέρος της στρατηγικής του στη συνεχή οικονομική, στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη των δυτικών χωρών.
Ωστόσο, οι μεγάλες δυνάμεις δεν λαμβάνουν τις αποφάσεις τους αποκλειστικά με βάση τις επιδιώξεις του Κιέβου.
Εάν η Ουάσιγκτον κρίνει ότι μια ενεργειακή ή οικονομική συνεννόηση με τη Μόσχα εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα, οι αντιρρήσεις της ουκρανικής ηγεσίας δεν είναι βέβαιο ότι θα αποδειχθούν καθοριστικές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ζελένσκι έχει πάψει να αποτελεί συνομιλητή της Δύσης. Σημαίνει, όμως, ότι η δυνατότητά του να επηρεάζει τις επιλογές των συμμάχων του έχει συγκεκριμένα όρια.
Η εποχή κατά την οποία κάθε ουκρανικό αίτημα αντιμετωπιζόταν ως αυτονόητη πολιτική προτεραιότητα για όλες τις δυτικές πρωτεύουσες δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται δική της πολιτική
Η Ευρώπη δεν μπορεί να περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη μιας στρατηγικής την οποία ενδέχεται να αναθεωρούν άλλοι.
Οφείλει να υπερασπίζεται την ασφάλειά της, να επιδιώκει τον τερματισμό του πολέμου και ταυτόχρονα να προστατεύει την οικονομική ευημερία των πολιτών της.
Αυτό απαιτεί ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, ρεαλιστική ενεργειακή στρατηγική και ουσιαστική συμμετοχή στις διπλωματικές διεργασίες.
Δεν είναι δυνατόν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ζητούν διαρκώς νέες οικονομικές θυσίες από τους πολίτες τους, χωρίς να εξηγούν πώς αυτές θα οδηγήσουν σε καλύτερη ασφάλεια και σε πραγματική ειρήνη.
Εάν τελικά οι Ηνωμένες Πολιτείες επιλέξουν τον δρόμο των ενεργειακών συναλλαγών και των διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία, ενώ η Ευρώπη εξακολουθεί να επωμίζεται δυσανάλογο οικονομικό βάρος, τότε οι Βρυξέλλες θα βρεθούν αντιμέτωπες με τις συνέπειες των δικών τους επιλογών.
Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις διακηρύξεις και τις συνόδους κορυφής. Κρίνεται και από το αποτέλεσμα.
Και το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι μια Ευρώπη που πληρώνει διαρκώς, την ώρα που άλλοι διαπραγματεύονται το μέλλον της.
Θεόδωρος Χαρανίδης

Δημοσίευση σχολίου