Αντί να επανεξετάζει τις συνέπειες μιας συμφωνίας που εξακολουθεί να προκαλεί βαθιές αντιδράσεις στην ελληνική κοινωνία, η κυβέρνηση προχωρά σε νέες πρωτοβουλίες που ενισχύουν την πολιτική και θεσμική της παγίωση.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη επέλεξε τις Πρέσπες για να προβάλει μια νέα πρωτοβουλία πολιτιστικής συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα, την Αλβανία και τα Σκόπια, με στόχο την προώθηση κοινής υποψηφιότητας της περιοχής στην UNESCO.
Με φόντο τις σημαίες των τριών χωρών και με δηλώσεις περί «γεφυρών πολιτισμού», η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πρωτοβουλία ως ένα ακόμη βήμα καλής γειτονίας και συνεργασίας.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο: Πόσες ακόμη πρωτοβουλίες θα αναλάβει η σημερινή κυβέρνηση για να εδραιώσει στην πράξη τη Συμφωνία των Πρεσπών;
Μια συμφωνία που χαρακτηρίστηκε προδοτική από μεγάλο μέρος των πολιτών που αντιτάχθηκαν σε αυτήν, που προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις και που εξακολουθεί να αποτελεί ανοιχτή πληγή για σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.
Η Νέα Δημοκρατία, ως αντιπολίτευση, είχε ασκήσει σφοδρή κριτική στη Συμφωνία των Πρεσπών. Σήμερα, όμως, ως κυβέρνηση, όχι μόνο δεν αμφισβητεί την εφαρμογή της, αλλά προχωρά σε πρωτοβουλίες που, κατά την εκτίμησή μας, ενισχύουν τη θεσμική και πολιτική της εδραίωση.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγάλη αντίφαση.
Η Λίνα Μενδώνη δεν μπορεί να αγνοεί το ιστορικό και εθνικό βάρος της περιοχής των Πρεσπών. Δεν πρόκειται για έναν οποιονδήποτε γεωγραφικό χώρο. Είναι ο τόπος που συνδέθηκε με την υπογραφή μιας συμφωνίας η οποία δίχασε βαθιά την ελληνική κοινωνία και εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και του φυσικού περιβάλλοντος είναι αυτονόητη υποχρέωση κάθε κράτους. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιείται ως επικοινωνιακό επιχείρημα για να αποφεύγεται η συζήτηση γύρω από τις πολιτικές συνέπειες μιας διακρατικής συνεργασίας.
Γιατί κάθε νέα κοινή πρωτοβουλία, κάθε θεσμική συνεργασία και κάθε διεθνής προβολή που αναπτύσσεται πάνω στο πλαίσιο της Συμφωνίας των Πρεσπών συμβάλλει στην εμπέδωση μιας πραγματικότητας την οποία πολλοί Έλληνες εξακολουθούν να αμφισβητούν πολιτικά.
Και ενώ η υπουργός μιλά για πολιτιστικές γέφυρες, στην ελληνική Μακεδονία επανέρχονται στο προσκήνιο καταγγελίες για τραγούδια και εκδηλώσεις που, σύμφωνα με όσους τις αναδεικνύουν, περιλαμβάνουν αλυτρωτικές αναφορές.
Αντί λοιπόν να περιορίζεται σε συμβολικές εικόνες συνεργασίας, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού οφείλει να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα.
Πώς θα διασφαλιστεί η ιστορική ακρίβεια στον κοινό φάκελο προς την UNESCO; Ποιος θα ελέγχει τις αναφορές στην πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής; Και με ποιον τρόπο θα αποτραπεί η αξιοποίηση τέτοιων πρωτοβουλιών για την προβολή αμφισβητούμενων ιστορικών αφηγήσεων;
Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις και οι γενικόλογες διαβεβαιώσεις.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί επιλέγει να επενδύει πολιτικά σε μια συμφωνία την οποία η ίδια είχε καταγγείλει όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση.
Η στάση αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα πολιτικής συνέπειας. Διότι άλλο είναι να αναγνωρίζει μια κυβέρνηση τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας και άλλο να αναλαμβάνει νέες πρωτοβουλίες που ενισχύουν το πολιτικό αποτύπωμα μιας συμφωνίας την οποία προηγουμένως είχε επικρίνει.
Η Λίνα Μενδώνη, ως υπουργός Πολιτισμού, έχει ιδιαίτερη ευθύνη να προστατεύει και να αναδεικνύει την ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά. Οφείλει, επομένως, να αντιμετωπίζει με τη μέγιστη προσοχή κάθε πρωτοβουλία που συνδέεται με τη Μακεδονία και την ιστορική της ταυτότητα.
Οι «γέφυρες πολιτισμού» δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για την πολιτική νομιμοποίηση και περαιτέρω εδραίωση της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Και η κυβέρνηση δεν μπορεί να περιμένει ότι η ελληνική κοινωνία θα ξεχάσει τις προεκλογικές της τοποθετήσεις, επειδή σήμερα παρουσιάζει τη συνεργασία με τα Σκόπια ως αυτονόητη διπλωματική επιτυχία.
Η Μακεδονία δεν είναι επικοινωνιακό σκηνικό για υπουργικές φωτογραφίες και πανηγυρικές δηλώσεις.
Είναι ιστορία, πολιτισμός και εθνική κληρονομιά.
Και η προστασία της απαιτεί κάτι περισσότερο από χαμόγελα, υπογραφές και μεγαλόστομες διακηρύξεις.
Απαιτεί πολιτική συνέπεια, ξεκάθαρες θέσεις και σεβασμό στις ευαισθησίες των Ελλήνων που εξακολουθούν να θεωρούν τη Συμφωνία των Πρεσπών μια βαθιά επιζήμια εθνική επιλογή.
newsroom

Δημοσίευση σχολίου