Η τελευταία δημοσκόπηση της ALCO για τον Alpha καταγράφει τη Νέα Δημοκρατία στο 23,4%, αναδεικνύοντας την κυβερνητική φθορά και την αβεβαιότητα που διαμορφώνεται ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο για το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι η δημοσκοπική πτώση της Νέας Δημοκρατίας δεν φαίνεται να έχει σταματημό. Παρά τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες και τις προσπάθειες αντιστροφής του αρνητικού κλίματος, η κυβερνητική παράταξη δεν δείχνει, προς το παρόν, να έχει βρει το σημείο σταθεροποίησής της.
Η συνεχιζόμενη αυτή φθορά δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το πού μπορεί να διαμορφωθεί τελικά η εκλογική της επιρροή, ιδιαίτερα εάν εμφανιστούν νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που θα διεκδικήσουν ψηφοφόρους από τον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς.
Η «Συμμαχία Ελλήνων» και ο άγνωστος παράγοντας Κασιδιάρη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η καταγραφή της «Συμμαχίας Ελλήνων» στο 3,2%, ποσοστό που βρίσκεται πάνω από το εκλογικό όριο εισόδου στη Βουλή.
Ωστόσο, το μεγάλο πολιτικό ερωτηματικό παραμένει η στρατηγική που θα ακολουθήσει ο Ηλίας Κασιδιάρης στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Η σημερινή καταγραφή της «Συμμαχίας Ελλήνων» δεν μπορεί να ταυτιστεί αυτομάτως με το σύνολο της δυνητικής εκλογικής επιρροής του Κασιδιάρη.
Σύμφωνα με δημοσκοπικά ποσοστά που έχουν αναφερθεί το προηγούμενο διάστημα και χρειάζονται διασταύρωση, η δυνητική ψήφος για πολιτικό σχηματισμό συνδεόμενο με τον Κασιδιάρη είχε κινηθεί στην περιοχή του 18–19%.
Η δυνητική ψήφος, βεβαίως, δεν αποτελεί πρόθεση ψήφου ούτε πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος. Αποτυπώνει όμως ένα ευρύτερο πεδίο πιθανής απήχησης.
Η τελική πολιτική επιλογή του Κασιδιάρη, αποτελεί παράγοντα που θα επηρεάσει την πραγματική εκλογική εικόνα.
Ο παράγοντας Σαμαράς και η αναδιάταξη της Δεξιάς
Ένας ακόμη αστάθμητος παράγοντας είναι ο Αντώνης Σαμαράς και το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα.
Σε προηγούμενες δημοσκοπικές αναφορές, που επίσης χρειάζονται επιβεβαίωση, η δυνητική ψήφος για ένα κόμμα Σαμαρά είχε τοποθετηθεί στην περιοχή του 15–16%.
Εάν ο πρώην πρωθυπουργός προχωρήσει τελικά σε νέα πολιτική πρωτοβουλία, θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις στη Νέα Δημοκρατία, διεκδικώντας τμήμα της παραδοσιακής εκλογικής της βάσης.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσους ψηφοφόρους θα μπορούσε να προσελκύσει ένας τέτοιος σχηματισμός, αλλά και κατά πόσο θα επηρέαζε την ήδη αρνητική δημοσκοπική πορεία του κυβερνώντος κόμματος.
Μια κυβερνητική φθορά χωρίς ορατό τέλος;
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί την πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, το γεγονός ότι βρίσκεται πλέον κάτω από το 25%, σε συνδυασμό με την απουσία σαφών ενδείξεων ανάκαμψης, προκαλεί προβληματισμό για τις προοπτικές της.
Η πτώση της δεν φαίνεται να έχει ακόμη ολοκληρώσει τον κύκλο της και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποιο επίπεδο θα σταθεροποιηθεί.
Η ακρίβεια, η καθημερινότητα των πολιτών, η δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα και η πιθανή εμφάνιση νέων πολιτικών ανταγωνιστών δημιουργούν ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για την κυβέρνηση.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι επόμενες εκλογές ενδέχεται να πραγματοποιηθούν σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό τοπίο από εκείνο του 2023.
Η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας παραμένει δεδομένη στις σημερινές μετρήσεις. Η δυνατότητά της, όμως, να εξασφαλίσει αυτοδυναμία ή ακόμη και να συγκροτήσει μια βιώσιμη κυβερνητική πλειοψηφία γίνεται ολοένα πιο αβέβαιη.
Και όσο η δημοσκοπική της υποχώρηση συνεχίζεται, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι πολιτικές κινήσεις Κασιδιάρη και Σαμαρά, οι οποίες θα μπορούσαν να μεταβάλουν τους εκλογικούς συσχετισμούς.
newsroom

Δημοσίευση σχολίου