Στις 21 Σεπτεμβρίου η δικαστική μάχη για το «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας» – Οι πρόσφατες καταγγελίες της ΠΟΠΣΜ για τη Μελίτη και η ανάρτηση του «Egejski Glas» με αναφορές σε «αυτοοργάνωση», οπλισμό και ένοπλη δράση επαναφέρουν με δραματικό τρόπο τη συζήτηση για τις συνέπειες της Συμφωνίας των Πρεσπών
Μία υπόθεση με ιδιαίτερη εθνική και πολιτική βαρύτητα επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς στις 21 Σεπτεμβρίου η δικαστική διαμάχη γύρω από το αποκαλούμενο «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα» περνά στον Άρειο Πάγο.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει από την πρώτη στιγμή έντονες αντιδράσεις, καθώς στους σκοπούς του συγκεκριμένου φορέα έχουν περιληφθεί η καλλιέργεια και η διδασκαλία της αποκαλούμενης «μακεδονικής γλώσσας» και η παρουσίασή της ως γλώσσας που υφίσταται εντός της Ελλάδας.
Χρειάζεται, βεβαίως, μία σημαντική διευκρίνιση: ο Άρειος Πάγος δεν πρόκειται στις 21 Σεπτεμβρίου να αποφασίσει ευθέως εάν θα μπει η συγκεκριμένη γλώσσα στα ελληνικά δημόσια σχολεία. Η δικαστική κρίση αφορά τη νομική τύχη του συγκεκριμένου σωματείου και τις αιτήσεις αναίρεσης.
Οι προεκτάσεις της υπόθεσης, ωστόσο, είναι πολύ ευρύτερες.
Από τη Συμφωνία των Πρεσπών στη σημερινή πραγματικότητα
Είναι αδύνατον να εξεταστούν όλα αυτά χωρίς να επιστρέψει η συζήτηση στη Συμφωνία των Πρεσπών.
Μία συμφωνία που προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις σε ολόκληρη τη χώρα και ιδιαίτερα στη Μακεδονία και η οποία χαρακτηρίστηκε από τους πολέμιούς της –μεταξύ αυτών και την ΠΟΠΣΜ– ακόμη και «προδοτική», κυρίως εξαιτίας των ρυθμίσεων για τη γλώσσα και την ιθαγένεια.
Η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την υπέγραψε και την κύρωσε.
Η Νέα Δημοκρατία την καταψήφισε.
Και ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είχε περιοριστεί τότε σε μία τυπική πολιτική διαφωνία. Είχε χαρακτηρίσει τη Συμφωνία «εθνικά επιζήμια» και είχε επικεντρώσει μεγάλο μέρος της κριτικής του ακριβώς στα ζητήματα της «μακεδονικής» γλώσσας και ταυτότητας.
Μετά την κύρωση της Συμφωνίας, τον Ιανουάριο του 2019, δήλωνε μάλιστα ότι θα αγωνιστεί «για να αμβλύνω τις αρνητικές συνέπειες» της.
Αυτό ακριβώς αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία.
Η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι άμοιρη ευθυνών
Τη Συμφωνία των Πρεσπών δεν την υπέγραψε η Νέα Δημοκρατία.
Αυτό είναι γεγονός.
Όμως η ΝΔ κυβερνά τη χώρα από το 2019 και είχε δεσμευθεί πολιτικά ότι θα προσπαθούσε να περιορίσει τις συνέπειες μιας συμφωνίας που η ίδια χαρακτήριζε εθνικά επιζήμια.
Γι' αυτό, επτά χρόνια αργότερα, τα ερωτήματα είναι αναπόφευκτα:
Τι ακριβώς περιορίστηκε; Ποιες από τις αρνητικές συνέπειες αντιμετωπίστηκαν; Ποιες κόκκινες γραμμές τέθηκαν;
Και κυρίως, πώς φτάσαμε σήμερα να συζητούμε όχι μόνο για την επίσημη γλώσσα του κράτους των Σκοπίων, αλλά για κινήσεις που επιχειρούν να την παρουσιάσουν ως δήθεν γηγενή ή μειονοτική γλώσσα μέσα στην ίδια την Ελλάδα;
Και μέσα σε όλα αυτά ήρθε η Μελίτη
Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη επικαιρότητα μετά τα όσα καταγγέλθηκαν τις τελευταίες ημέρες στη Μελίτη Φλώρινας.
Η ΠΟΠΣΜ δημοσιοποίησε στις 9 Σεπτεμβρίου οπτικοακουστικό υλικό από πανηγύρι που πραγματοποιήθηκε στη Μελίτη στις 19-20 Ιουλίου 2026.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδία και δημοσιεύματα που αναπαρήγαγαν το επίμαχο υλικό, ακούγεται σλαβόφωνο τραγούδι με αναφορές στον Φίλιππο και τον Μέγα Αλέξανδρο και με φράση που έχει αποδοθεί στα ελληνικά ως «Φύγετε Έλληνες, αρκετά πια με τα ψέματα».
Η ΠΟΠΣΜ δεν ζήτησε να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι έχει διαπραχθεί κάποιο αδίκημα. Ζήτησε την παρέμβαση της Εισαγγελικής Αρχής, την εξέταση του βίντεο, επίσημη μετάφραση του συνόλου των στίχων και στη συνέχεια να κριθεί από τη Δικαιοσύνη εάν προκύπτει οποιαδήποτε παραβίαση της ελληνικής νομοθεσίας.
Η θέση της Ομοσπονδίας είναι χαρακτηριστική:
«Η παράδοση είναι σεβαστή. Ο αλυτρωτισμός όμως δεν είναι παράδοση και το εθνικό μίσος δεν είναι πολιτισμός».
Από το «Φύγετε Έλληνες» σε αναφορές περί οπλισμού
Και πριν ακόμη κοπάσουν οι αντιδράσεις για τη Μελίτη, ήρθε μία πολύ σοβαρότερη εξέλιξη.
Ο δημόσιος λογαριασμός «Egejski Glas – Егејски Глас», από τον οποίο είχε διακινηθεί και το επίμαχο βίντεο της Μελίτης, βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο λόγω νέας ανάρτησης.
Στο κείμενο που δημοσιεύθηκε και μεταφράστηκε από ελληνικά μέσα, χρησιμοποιούνται χαρακτηρισμοί περί «ελληνικής φασιστικής κατοχικής εξουσίας» και «Αιγαιακής Μακεδονίας», ενώ γίνεται κάτι ακόμη σοβαρότερο:
αναφορά σε «αυτοοργάνωση», έναρξη οπλισμού και υπεράσπιση των αποκαλούμενων «υπόδουλων αδελφών», με επίκληση της δράσης του UÇK και της ONA ως παραδειγμάτων.
Στην ίδια ανάρτηση εμφανίζεται ακόμη και αναφορά σε «20.000 ένοπλους Μακεδόνες».
Εδώ πλέον δεν μιλάμε απλώς για μία αντιπαράθεση γύρω από ένα τραγούδι ή για μία διαφορετική ιστορική αφήγηση.
Μιλάμε για δημόσιες διατυπώσεις των οποίων η αυθεντικότητα, η ακριβής μετάφραση, η προέλευση και κυρίως η ενδεχόμενη νομική σημασία πρέπει να εξεταστούν από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές.
Δεν είναι δουλειά ενός δημοσιεύματος να αποδώσει ποινική ευθύνη.
Είναι όμως δουλειά της Πολιτείας να εξετάσει εάν υπάρχουν λόγοι παρέμβασης.
Η ΠΟΠΣΜ: «Έχουμε προειδοποιήσει»
Η ΠΟΠΣΜ συνδέει πολιτικά τα περιστατικά αυτά με το κλίμα που, κατά την άποψή της, δημιουργήθηκε μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Στο πρόσφατο δελτίο Τύπου της υποστηρίζει ότι μετά την υπογραφή της Συμφωνίας «αυτονομιστικοί και αλυτρωτικοί πυρήνες αισθάνθηκαν ότι απέκτησαν περισσότερο χώρο για να εκδηλώνουν δημόσια τις θέσεις και τη δράση τους». Πρόκειται για πολιτική εκτίμηση της Ομοσπονδίας και όχι για δικαστική διαπίστωση.
Το κρίσιμο όμως είναι ότι η ΠΟΠΣΜ δεν περιορίζει πλέον τις ευθύνες στην κυβέρνηση που υπέγραψε τη Συμφωνία.
Θέτει ευθέως θέμα και για τη στάση της σημερινής κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η «παρατεταμένη αδράνεια, η ανοχή και η σιωπή» απέναντι σε επαναλαμβανόμενες καταγγελίες δημιουργούν την εικόνα μιας κατάστασης που κινδυνεύει να κανονικοποιηθεί.
Τρία διαφορετικά γεγονότα – ένα μεγάλο πολιτικό ερώτημα
Κανείς δεν πρέπει να συγχέει τις τρεις υποθέσεις.
Άλλο η δικαστική υπόθεση του «Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας».
Άλλο το περιστατικό και το τραγούδι στη Μελίτη.
Και άλλο οι ακραίες διατυπώσεις που αποδίδονται στην ανάρτηση του «Egejski Glas».
Δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη ότι υπάρχει κάποια ενιαία οργανωμένη δράση και θα ήταν αυθαίρετο να παρουσιαστούν ως τέτοια χωρίς στοιχεία.
Πολιτικά, όμως, δημιουργούν ένα κοινό και εξαιρετικά σοβαρό ερώτημα: πού τελειώνει η γλωσσική ή πολιτιστική έκφραση και πού αρχίζει ο αλυτρωτισμός;
Και ακόμη περισσότερο:
ποια είναι η απάντηση της ελληνικής Πολιτείας όταν εμφανίζονται δημόσιες αναφορές σε “Αιγαιακή Μακεδονία”, “υπόδουλους αδελφούς”, αυτοοργάνωση και οπλισμό;
Η κυβέρνηση καλείται πλέον να απαντήσει
Η κυβέρνηση δικαιούται να υπενθυμίζει ότι δεν υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Δεν μπορεί όμως να ξεχνά ότι προεκλογικά την χαρακτήριζε εθνικά επιζήμια και υποσχόταν να περιορίσει τις αρνητικές συνέπειές της.
Σήμερα, με τη δικαστική υπόθεση για το «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας» να φτάνει στον Άρειο Πάγο, με τις καταγγελίες της ΠΟΠΣΜ για τη Μελίτη και με δημόσιο λογαριασμό να εμφανίζεται να χρησιμοποιεί ακόμη και ρητορική περί οπλισμού και ένοπλης δράσης, η επίκληση και μόνο του «σεβασμού μιας διεθνούς συμφωνίας» δεν απαντά σε όλα τα ερωτήματα.
Η Συμφωνία των Πρεσπών φέρει την υπογραφή της προηγούμενης κυβέρνησης.
Η διαχείριση όμως όσων ακολούθησαν αφορά και τη σημερινή.
Και αυτό είναι το ερώτημα που πλέον δύσκολα μπορεί να παρακαμφθεί:
Όταν προεκλογικά υποσχόσουν ότι θα περιορίσεις τις αρνητικές συνέπειες των Πρεσπών, τι έκανες όταν αυτές άρχισαν –κατά τους επικριτές της Συμφωνίας– να εμφανίζονται μέσα στην ίδια τη Μακεδονία;
Η Δικαιοσύνη θα κρίνει τις δικαστικές υποθέσεις.
Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ερευνήσουν τις συγκεκριμένες καταγγελίες.
Την πολιτική ευθύνη, όμως, θα την κρίνουν οι πολίτες.
newsroom
.png)
Δημοσίευση σχολίου