Μέγας Κωνσταντίνος, ήταν Ρωμαίος Αυτοκράτορας που κυβέρνησε από το 306 έως το 337. Γεννημένος στην περιοχή που σήμερα είναι γνωστή ως Νις (Ниш, στη Σερβία), ήταν γιος του Φλάβιου Βαλέριου Κωνστάντιου, αξιωματικού του ρωμαϊκού στρατού με καταγωγή από την Ιλλυρία. Η μητέρα του, Ελένη, ήταν Ελληνίδα Μικρασιάτισσα, με καταγωγή από την ελληνική πόλη Δρέπανο στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας . Ο πατέρας του έγινε Καίσαρας, αναπληρωτής αυτοκράτορα στη Δύση το 293. Ο Κωνσταντίνος στάλθηκε ανατολικά, όπου ανήλθε στην ιεραρχία για να γίνει χιλίαρχος των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Γαλέριου.
Το 305 αναρριχήθηκε στο βαθμό του Αυγούστου και ανακλήθηκε δυτικά για να εκστρατεύσει υπό τον πατέρα του στη Βρετανία. Μετά τον θάνατο του πατέρα του,το 306, αναγνωρίστηκε ως Αυτοκράτορας από τον στρατό στο Εβόρακο και αναδείχθηκε νικητής σε μία σειρά εμφυλίων πολέμων εναντίον των αυτοκρατόρων Μαξέντιου και Λικίνιου για να γίνει ο μοναδικός ηγέτης Δύσης και Ανατολής από το 324.
Ως Αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος θέσπισε πληθώρα διοικητικών, οικονομικών, κοινωνικών και στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της αυτοκρατορίας. Αναδιάρθρωσε τις κυβερνητικές αρχές και για την καταπολέμηση του πληθωρισμού εισήγαγε τον σόλιδο, ένα νέο χρυσό νόμισμα που έγινε το πρότυπο για τα βυζαντινά και ευρωπαϊκά νομίσματα για περισσότερα από χίλια χρόνια. Ο ρωμαϊκός στρατός αναδιοργανώθηκε ώστε να αποτελείται από κινητές μονάδες πεζικού και μονάδες φρουρών ικανές να αντιμετωπίσουν εσωτερικές απειλές και εισβολές. Η θητεία του Κωνσταντίνου ως καίσαρα συνοδεύτηκε από επιτυχείς εκστρατείες εναντίον των φυλών στα ρωμαϊκά σύνορα, τους Φράγκους, τους Αλαμάνιους, τους Γότθους και τους Σαρμάτες, ακόμη και από την επαναπροσάρτηση των εδαφών που έχασαν οι προκάτοχοί του κατά την Κρίση του Τρίτου Αιώνα.
Ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας που μετεστράφηκε στον Χριστιανισμό. Αν και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως παγανιστής, κατά πολλές πηγές εγκολπώθηκε τη χριστιανική πίστη λίγο πριν τον θάνατό του, βαπτιζόμενος από τον Ευσέβιο της Καισαρείας. Ακόμη, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο Διάταγμα των Μεδιολάνων στα 313, σύμφωνα με το οποίο οι Χριστιανοί και οι πιστοί άλλων θρησκειών είχαν πλήρη ελευθερία να τελούν τις θρησκευτικές τους δοξασίες- παρόλα αυτά καταπίεσε τις άλλες θρησκείες, καταστρέφοντας ναούς μεταξύ άλλων μέτρων που πήρε. Συνεκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο κατά την οποία θεσπίστηκε το Σύμβολο της Πίστεως. Ο Ναός της Αναστάσεως χτίστηκε με τις εντολές αυτού και της μητέρας του, Αγίας Ελένης στην περιοχή του τάφου του Ιησού στα Ιεροσόλυμα το οποίο παραμένει το ιερότερο μέρος της χριστιανοσύνης. Παράλληλα, η παπική αξίωση για τη διαχρονική εξουσία στον Μεσαίωνα βασιζόταν στην υποτιθέμενη Δωρεά του Κωνσταντίνου (που σήμερα θεωρείται πλαστογραφία). Έχει ανακηρυχθεί Ισαπόστολος και τιμάται ως Άγιος από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία μαζί με την μητέρα του Αγία Ελένη στις 21 Μαΐου. Έχει ιστορικά αναφερθεί ως ο «Πρώτος Χριστιανός Αυτοκράτορας», και προώθησε έντονα τη χριστιανική πίστη. Παρά ταύτα, η σχέση του με τον Χριστιανισμό παραμένει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα που επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες..
Η Ελένη γεννήθηκε το 247 μ.Χ. στο Δρέπανο της Βιθυνίας και είχε λαϊκή καταγωγή, καθώς ήταν κόρη ξενοδόχου. Στο Δρέπανο φαίνεται πως γνώρισε και παντρεύτηκε τον Κωνστάντιο τον Χλωρό, ο οποίος τότε ήταν Ρωμαίος αξιωματικός στη στρατιά του Δούναβη. Σε ηλικία 41 ετών γέννησε στη Ναϊσσό της Μοισίας τον Κωνσταντίνο, τον μετέπειτα αυτοκράτορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
O βίος της Αγίας Ελένης
Πέντε χρόνια μετά τη γέννηση του Κωνσταντίνου, επειδή ο Κωνστάντιος επρόκειτο να ανακηρυχθεί Καίσαρ της επαρχίας της Γαλατίας, ήταν αναγκασμένος να διαζευχθεί την Ελένη. Η ρωμαϊκή νομοθεσία δεν επέτρεπε σε άτομα ταπεινής καταγωγής, όπως ήταν η Ελένη, να ανέλθουν σε υψηλά αξιώματα. Μετά το χωρισμό τους ο Κωνστάντιος ξαναπαντρεύτηκε την Θεοδώρα, τη θετή κόρη του αυτοκράτορα Μαξιμιανού και απέκτησε κι άλλους γιους. Έτσι, η Ελένη εγκαταστάθηκε τιμητικά στη Τρέβηρα, την πρωτεύουσα της επαρχίας της Γαλατίας, όπου ο Κωνστάντιος ήταν έπαρχος. Αργότερα, όταν ο Κωνσταντίνος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας έδωσε στο μητέρα του τον τιμητικό τίτλο της Αυγούστας.
Ο Τίμιος σταυρός
Η Ελένη Αυγούστα είχε ασπαστεί το χριστιανισμό και σε ηλικία 80 ετών ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους στην Παλαιστίνη. Παρά την προχωρημένη ηλικία της, ξεκίνησε από τη Ρώμη δια θαλάσσης στην Παλαιστίνη και έπειτα, περνώντας με τη συνοδεία της διαμέσου της Φοινίκης, της Συρίας και της Μικράς Ασίας, κατέληξε στη Νικομήδεια, την προσωρινή εκείνη την εποχή έδρα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου.
Στα Ιεροσόλυμα έμεινε έναν χρόνο και σύμφωνα με την παράδοση αναζήτησε και βρήκε τον Γολγοθά, τον Τάφο του Χριστού, και τον Τίμιο Σταυρό. Ένα μέρος του Τιμίου Ξύλου το μετέφερε στη Ρώμη, στη βασιλική του Τιμίου Σταυρού. Η ιστορία της εύρεσης του Τιμίου Σταυρού από αυτό το προσκύνημα της Ελένης Αυγούστας έγινε γνωστό στην αυτοκρατορία γύρω στα 350 μ.Χ. Η παράδοση σχετικά με την εύρεση του Τιμίου Σταυρού από την Αγία Ελένη άρχισε να διαδίδεται από τα τέλη του 4ου αιώνα και έχει συριακή προέλευση.
Σε έναν λόγο του μοναχού Αλεξάνδρου, αναφέρεται πως η Αγία Ελένη είχε δει ένα ουράνιο όραμα το οποίο τη διέτασσε να πάει στα Ιεροσόλυμα και να φέρει στο φως τους Αγίους Τόπους, που ήταν κρυμμένοι από πολύ καιρό. Επειδή πολλοί αμφέβαλλαν, παρακίνησε τους πάντες να προσεύχονται ένθερμα. Τότε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος Α΄ (314-333) ανακάλυψε τον τόπο του Θείου Πάθους, στον οποίο βρισκόταν το άγαλμα της Αφροδίτης. Η αυτοκράτειρα διέταξε να κατεδαφιστεί ο ναός και τότε αποκαλύφθηκε το μνήμα του Ιησού Χριστού και, όχι πολύ μακριά από εκεί, τρεις σταυροί. Μετά από προσεκτική έρευνα, βρέθηκαν ακόμη και τα καρφιά.
Βέβαια, μαρτυρούνται πολλές και διαφορετικές εκδοχές του ταξιδιού της Ελένης στην Παλαιστίνη, πράγμα που συσκοτίζει την πραγματικότητα και δυσκολεύει την εύρεση της ιστορικής αλήθειας. Μοναδική σύγχρονη πηγή των γεγονότων ήταν το έργο του Ευσέβιου, «Ο Βίος του Κωνσταντίνου», που συνέγραψε λίγο μετά το θάνατο του αυτοκράτορα.
Το έργο της Αγίας Ελένης
Ο Ευσέβιος μαρτυρεί ότι η Ελένη επιθύμησε να επισκεφτεί τους Αγίους Τόπους, τις επαρχίες, τους δήμους και τους λαούς της Ανατολής με βασιλική μεγαλοπρέπεια. Το ταξίδι της είχε επίσημο και δημόσιο χαρακτήρα. Η Ελένη δεν ταξίδεψε ως ιδιώτις, αλλά ως Αυγούστα με πολυπληθή αυλική και στρατιωτική συνοδεία. Στις πόλεις της Ανατολής, όπου στάθμευε, μοίραζε σε πολίτες και στρατιώτες νομίσματα με τυπωμένη τη μορφή της ως Αυγούστας.
Επίσης, στα πλαίσια της αυτοκρατορικής φιλανθρωπίας έδωσε χρηματικές χορηγίες στους φτωχούς και τους στρατιώτες, απέδωσε χάρη σε φυλακισμένους, απελευθέρωσε κατάδικους σε ορυχεία, έδωσε εντολή να επιστρέψουν οι εξόριστοι στις εστίες τους και πρόσφερε απλόχερα δωρεές σε πολλές εκκλησίες. Η Αυγούστα Ελένη κατά την περιοδεία της στις ανατολικές επαρχίες ανέλαβε επιτυχώς το ρόλο του αυτοκρατορικού ευεργέτη.
Τώρα, αν βρήκε η ίδια ή όχι τον Τίμιο Σταυρό, είναι ένα θέμα που παρουσιάζει εξαιρετική δυσκολία για να αποφανθεί με βεβαιότητα κάποιος ιστορικός ερευνητής.
Η Ελένη Αυγούστα απεβίωσε το 335 μ.Χ., σε ηλικία 81 ετών στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ενταφιάστηκε στη Ρώμη. Ο Ευσέβιος αναφέρει ότι το λείψανό της τοποθετήθηκε στο μαυσωλείο Tor Pignattara στη Ρώμη σε μεγαλοπρεπή σαρκοφάγο από πορφυρίτη, η οποία σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο του Βατικανού.
Η Εκκλησία την ανακήρυξε αγία και ισαπόστολο. Η μνήμη της εορτάζεται από τους Ορθόδοξους Χριστιανούς μαζί με το γιο της Κωνσταντίνο στις 21 Μαΐου , ενώ από τους Καθολικούς στις 18 Αυγούστου.

إرسال تعليق